Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

The German Consensus - Άρθρο του Σ. Ανδρονίδη

του Σίμου Ανδρονίδη
  
Στην περίοδο της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης η Γερμανική οικονομία φαίνεται να σημειώνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης βασιζόμενη κυρίως στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογικής αξίας.



 Η Γερμανία θεωρείται και είναι η ηγεμονεύουσα δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ, (Οικονομική και Νομισματική Ένωση), σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Από πολλούς δημοσιολόγους και όχι μόνο, η Γερμανική οικονομία θεωρείται ως το «υπόδειγμα» για την μελλοντική πορεία και την μετεξέλιξη των Ευρωπαϊκών οικονομιών. Το Γερμανικό παραγωγικό μοντέλο βασίζεται στο τρίπτυχο: 1. Αύξηση της παραγωγικότητας, 2. Αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Γερμανικής Οικονομίας ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στον παγκόσμιο οικονομικό-καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και 3. Στην επιβολή μέτρων και πολιτικών δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας ανάγουν σε «λυδία λίθο» για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Γερμανικής οικονομίας την μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.
  Το ιδιαίτερα «θωρακισμένο» Γερμανικό κομματικό και πολιτικό σύστημα επιβλέπει την εφαρμογή των πολιτικών δημοσιονομικής πειθαρχίας λειτουργώντας «συναινετικά». Και το Γερμανικό κομματικό και πολιτικό σύστημα, από την επανένωση της χώρας και έπειτα είναι ιδιαίτερα συναινετικό, καθώς βασίζεται στη σύγκλιση και στη συνακόλουθη συναίνεση μεταξύ των δύο κύριων πολιτικών κομμάτων: Του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Αυτή η πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική σύγκλιση λαμβάνει δύο προσίδια χαρακτηριστικά: 1. Την σύγκλιση στο επίπεδο της διακυβέρνησης (ο περιώνυμος «Μεγάλος Συνασπισμός» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών), και 2. Την  σύγκλιση αφενός μεν σε επίπεδο εκφοράς ενός συγκεκριμένου πολιτικού και ιδεολογικού λόγου, αφετέρου δε την σύγκλιση στο επίπεδο των εφαρμοζόμενων πολιτικών που τείνουν να θωρακίσουν την πολιτική και οικονομική κυριαρχία του Γερμανικού κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας. Μετά από την διεξαγωγή των εκλογών  του Σεπτεμβρίου του 2013, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ και το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ σχημάτισαν κυβέρνηση συνασπισμού. Φυσικά, ο μείζον κυβερνητικός εταίρος είναι το κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ.
  Έτσι, έχουμε μία «ενιαιοποίηση» αυτών των δύο ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που ορίζουν και προσδιορίζουν το Γερμανικό κομματικό και πολιτικό σύστημα. Η πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική σύγκλιση λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της διακυβέρνησης, και κατ’επέκταση στο επίπεδο των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Η ιδεολογική ώσμωση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών λειάνει τις γωνίες του πολιτικού τους λόγου ενώ διασφαλίζει την συνέχιση της κερδοφορίας των Γερμανικών μονοπωλίων. Και αυτή η συναίνεση εφαρμόζεται από «τα άνω προς τα κάτω». Από την «κορυφή» του κράτους έως τις κυβερνήσεις των τοπικών κρατιδίων.
  Η κατίσχυση της Γερμανικής άρχουσας τάξης στο πεδίο της Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής «ολότητας», επιβάλλει, τρόπον τινά, την «εξαγωγή» του Γερμανικού «προτύπου» στις χώρες που έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την οικονομική-καπιταλιστική κρίση και την διαχείριση και ρύθμιση της. Πρώτα όμως μπορούμε να δούμε σε τι συνίσταται αυτό το Γερμανικό  «μοντέλο» διαχείρισης και ρύθμισης των οικονομικών και κοινωνικών «ροών»; Ποια χαρακτηριστικά λαμβάνει η συναίνεση στο κοινωνικό πεδίο; Πως μετασχηματίζεται και αποκρυσταλλώνεται επηρεάζοντας το βιοτικό επίπεδο της Γερμανικής Εργατικής τάξης;
  Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων υπό τον καγκελάριο Σρέντερ προώθησε με ιδιαίτερη ζέση την περίφημη Agenda 2010. Ένα σχέδιο συνολικής αναδιαμόρφωσης της Γερμανικής Οικονομίας και του παραγωγικού προσανατολισμού της με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της.
 Η Αgenda 2010, συνίστατο στην σταδιακή κατίσχυση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, με αποτέλεσμα την συγκρότηση μίας «νέας» εργατικής ταυτότητας. Το «υπόδειγμα» της ελαστικής και μερικής απασχόλησης, αυτά τα περίφημα mini Jobs, συνέβαλλαν στην ανάδυση μίας νέας και ιδιαίτερα κακοπληρωμένης εργασίας. Οι γλίσχροι μισθοί των 450 ευρώ τον μήνα έγιναν συστατικό κομμάτι της Γερμανικής κοινωνικής και εργασιακής πραγματικότητας. Η Agenda 2010 συνάντησε την αντίδραση των Γερμανικών Συνδικάτων ενώ προκάλεσε και την διάσπαση του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Οι πολιτικές μείωσης και συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης συνέβαλλαν στην αύξηση της κερδοφορίας της άρχουσας τάξης ενώ ταυτοχρόνως «θωράκισαν» και διασφάλισαν την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της. Οι ρηγματώσεις που προκλήθηκαν στο κοινωνικό πεδίο αφενός μεν λόγω της εφαρμογής των πολιτικών της Agenda 2010, αφετέρου δε λόγω της αντίδρασης των Γερμανικών Συνδικάτων «έκλεισα» γρήγορα στο όνομα μίας οικονομικής ευημερίας και οικονομικής μεγέθυνσης που γρήγορα κατέστησαν την Γερμανία ως την αδιαφιλονίκητη οικονομική «πρωτοπορία» της Ενωμένης Ευρώπης. Αν εστιάσουμε όμως στην Γερμανική κοινωνική δομή αυτή η ευημερία δεν μεταφράστηκε και σε ουσιαστική αύξηση του βιοτικού επιπέδου των Γερμανών και μεταναστών εργαζομένων, αντιθέτως, συνδέθηκε οργανικά με την κερδοφορία της Γερμανικής κυρίαρχης τάξης.
  Η προώθηση της Agenda 2010 συμβόλισε και επισφράγισε την διαδικασία πολιτικού, προγραμματικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού του κλασικού Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. (SPD). Mία δεκαετία μετά την Γερμανική επανένωση το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αρχίζει να λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του «κόμματους του κράτους» (cartel party) συγκλίνοντας στο «μέσον» του κομματικού και πολιτικού συστήματος, εκεί όπου η «μεσοποίηση» παράγει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την καρτελοποίηση του κομματικού και πολιτικού ανταγωνισμού, για την αποπολιτικοποίηση και για την αποϊδεολογικοποίηση.
 Αυτή η σύγκλιση στο «μέσον» Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών μετασχηματίστηκε και μεταφέρθηκε και στο κοινωνικό πεδίο, οδηγώντας σε «χειροπιαστές» μορφές ταξικής συνεργασίας και κοινωνικής «ευθύνης». Τα Γερμανικά συνδικάτα τα οποία παραδοσιακά συμφύονται οργανικά με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα επέλεξαν την μορφή της ταξικής συνεργασίας στο όνομα της ανάπτυξης της Γερμανικής οικονομίας, μία ανάπτυξη που υποτίθεται ότι θα ευνοούσε και τα εκατομμύρια των εργαζομένων της χώρας.
Αυτή η «ολική» διαδικασία μετασχηματισμού του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος βοήθησε το αστικό κράτος και την άρχουσα τάξη. Σε αυτό το πλαίσιο πέρα από την πορεία του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, τα Γερμανικά Συνδικάτα (η πλειοψηφία εξ αυτών) εντάχθηκαν σε μία διευρυμένη κοινωνική συμμαχία η οποία έτεινε στην υπεράσπιση του Γερμανικού κοινωνικού και οικονομικού υποδείγματος και στην ταυτόχρονη προώθηση του, ώστε τα Γερμανικά μονοπώλια να βρουν πρόσφορο πεδίο για την απόσπαση κέρδους και υπερκέρδους.
  Και η οικονομική-καπιταλιστική κρίση προσέφερε την ιδανική ευκαιρία. Η ηγεμονεύουσα δύναμη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δίνει τον τόνο των εξελίξεων στο επίπεδο της Ενωμένης Ευρώπης. Αν δούμε την «ολική» αναδιαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, επί τα χείρω βέβαια, τότε μπορούμε να κάνουμε λόγο όχι για την «βαλκανιοποίηση» ή την «κινεζοποίηση» των εργασιακών σχέσεων άλλα για την πραγματική «γερμανοποίηση» τους. Τα
 Το κυρίαρχο πρότυπο τείνει να γίνει η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας (μεταφορά των mini Jobs στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων), κάτι που έχει οδηγήσει στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, στους γλίσχρους μισθούς διαχείρισης της εξαθλίωσης και στην ουσιαστική αποδόμηση του οκταώρου στην πράξη. Οι πολιτικές λιτότητας των Ελληνικών κυβερνήσεων, η λήψη και εφαρμογή αντιλαϊκών-αντεργατικών μέτρων ανασυγκρότησαν το πεδίο των εργασιακών σχέσεων, συμβάλλοντας φυσικά στην εξαθλίωση των εργαζομένων και στην τεράστια αναδιανομή πλούτου «από τα κάτω προς τα άνω». Οι «ειδικές οικονομικές ζώνες» που προωθούνται ανά την επικράτεια από την κυβέρνηση και τις περιφέρειες αποτελούν και θα αποτελέσουν  «πεδίο δόξης λαμπρόν» για τα Γερμανικά μονοπώλια.
 Η ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στην προμετωπίδα των πολιτικών της την περαιτέρω συμπίεση και μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης. Στη Γερμανία η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι ιδιαίτερα ορατές στα κέντρα των μεγάλων αστικών κέντρων. ( Βερολίνο, Βρέμη, Ντόρτμουντ). Για την Γερμανική κυβέρνηση και την Γερμανική αστική τάξη αυτοί οι άνθρωποι θεωρούνται και είναι κοινωνικά και πολιτικά «αόρατοι», προφανώς γιατί δεν έχουν θέση στο αφήγημα του «οικονομικού» πρωταθλητή που προωθεί το Γερμανικό κεφάλαιο. Εκατομμύρια Γερμανοί και μετανάστες εργαζόμενοι έχουν εξωθηθεί στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιθώριο. Οι γλίσχροι μισθοί πείνας και τα ελαστικά ωράρια εργασίας αποτελούν τμήμα της κοινωνικής πραγματικότητας.
 Και φυσικά, η φρασεολογία της εξουσίας είναι παντού η ίδια. Και στη Γερμανία, οι εκατομμύρια φτωχοί, Γερμανοί και μετανάστες, θεωρούνται «αντιπαραγωγικοί» και «τεμπέληδες» που ενθυλακώνουν τα κοινωνικά επιδόματα και δεν εργάζονται. Κάτι που μας θυμίζει την αντίστοιχη φρασεολογία των Ελληνικών κυβερνήσεων για τους δημοσίους υπαλλήλους που στοχοποιήθηκαν ως «αντιπαραγωγικοί», «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι». Το «εικονικό» success story της καγκελαρίου Μέρκελ ομοιάζει με το «εικονικό» success story Σαμαρά. Και είναι το success story της άρχουσας τάξης, και στις δύο χώρες.
  Όπως επισήμανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο κίνδυνος για το Γερμανικό εργατικό κίνημα εντοπίζεται στον «λασαλισμό». «Σε αντίθεση προς  τον οικονομιστικό ρεφορμισμό του τρεηντ-γιουνονισμού, συνίσταται (σ.σ: ο λασαλισμός) στο να θεωρεί το Κράτος  σαν παράγοντα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης «από τα πάνω», σαν Κράτος που δεν υπάρχει ζήτημα να σπάσει ο μηχανισμός  και οι δομές του και να καταληφθεί η εξουσία του, αλλά να εξαναγκαστεί να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή τρίτου ανάμεσα στις τάξεις που ανταγωνίζονται».[1]
 Και το Γερμανικό αστικό κράτος διαδραματίζει το ρόλο του «επιτήδειου» τρίτου ανάμεσα στην αστική και στην εργατική τάξη. Μπορεί να «απορροφά» και να ενσωματώνει την ταξική σύγκρουση και την πολιτική διαπάλη μετασχηματίζοντας την σε ταξική συνεργασία και κοινωνική-πολιτική συναίνεση. Η κατακερματισμένη Γερμανική εργατική τάξη πρέπει ανασυγκροτηθεί ως εργατικό ενιαίο «όλον» και να αντιπαρατεθεί ταξικά και πολιτικά με το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας. Αυτός πρέπει να γίνει ο κύριος στόχος του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα. Η ταξική συνεργασία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον ταξικό αφοπλισμό. Η ανασύνταξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος προϋποθέτει την εκ νέου δραστηριοποίηση και ενεργοποίηση του. Σε μία Ευρώπη όπου επελαύνουν οι διάφορες εκφάνσεις της ακροδεξιάς, φασιστικής και μη, (βλ. άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος στην Ελλάδα, εκλογή ευρωβουλευτή από το νεοναζιστικό κόμμα Γερμανίας, πρωτιά του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, πρωτιά του ακροδεξιού κόμματος Ανεξαρτησίας του Νάιτζελ Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία, στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν στις 25 Μάη) η Γερμανική εργατική τάξη μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, που θα έγκειται στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και στην απόκρουση της ακροδεξιάς και του φασισμού-ναζισμού.



[1] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, τόμος α΄, γ΄ έκδοση, Μετάφραση: Φιλίνης Κώστας, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ.258.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Όλα τα σχόλια αποτελούν προσωπικές απόψεις των συμμετεχόντων, και με κανέναν τρόπο δεν εκφράζουν την άποψη της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ Σε κάθε περίπτωση όμως η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ διατηρεί το δικαίωμα να μη δημοσιεύει σχόλια τα οποία είναι υβριστικού ή συκοφαντικού περιεχομένου. Ανώνυμα σχόλια απορρίπτονται.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...